ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΒΟΡΕΙΟ ΣΕΛΑΣ

14 Φεβρουαρίου , Τετάρτη. 23:00 τοπική ώρα Ροβανιέμι – αεροδρόμιο .

Μόλις είχαμε συνειδητοποιήσει πως οι βαλίτσες μας με όλο τον εξοπλισμό του αγώνα δεν είχαν φτάσει ποτέ . Κάναμε μερικά τηλεφωνήματα μέσα στον πανικό μας και γρήγορα μας ανέφεραν πως οι βαλίτσες μας βρίσκονταν περίπου 4000 χιλιόμετρα μακριά , στο Παρίσι και ότι για οτιδήποτε νεότερο θα μας ειδοποιούσαν. Το Σάββατο ήταν ο αγώνας οπότε είχαμε μόλις 2 μερες περιθώριο για να έρθουν τα πράγματά μας. Η αβεβαιότητα αυτή και η στεναχώρια μεταφράστηκε σε αυπνία την οποία θα πληρώναμε μέσα στον αγώνα. Τελικά με την βοήθεια του Κώστα από το ταξιδιωτικό πρακτορείο μάθαμε πως ο εξοπλισμός θα ήταν την προηγούμενη μέρα του αγώνα στις 22:00 το βράδυ στην πόλη που βρισκόμασταν. Κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι παραλάβαμε τα δώρα μας όπως ένα παιδί παραλαμβάνει το δώρο των Χριστουγέννων του. Καθίσαμε ως τις 2 το βράδυ την παραμονή του αγώνα για να φτιάξουμε και να προσαρμόσουμε τα πράγματά μας στο έλκηθρο. Κοιμηθήκαμε μόνο 4 ώρες και συνολικά τις τελευταίες 2 μέρες όχι παραπάνω απο 7 ώρες συνολικά.

Ώρα εκκίνησης.

Το κρύο ανυπόφορο , ένιωθες να διαπερνάει τα ρούχα σου και να σου καίει το σώμα. Ένιωθες αυτό το κάψιμο που το διαδέχεται το μούδιασμα, και μετά από αυτο το κρυοπάγημα. Ο Μπάμπης Γκιριτζιώτης και ο Γιώργος Λέντζας μαζί με την βοήθεια των υπολοίπων (Ορφέας Καλαφάτης , Γιάννης Σεββαστόπουλος, Δημήτριος Δρόσσος) είχαν αναλάβει το κομμάτι της φωτογραφικής και βιντεοσκοπικής κάλυψης και θα μας ακολουθούσαν με τον φίλο μου Χρόνη στο περισσότερο μέρος του αγώνα. Νομίζω πρέπει να γραφτεί αντίστοιχο άρθρο με την ταλαιπωρία που τράβηξαν και οι ίδιοι προσπαθώντας άυπνοι 2 μέρες να καταφθάσουν με το αυτοκίνητο στην μέση του πουθενά .

Ο αγώνας ξεκινούσε και έπρεπε να διώξω από μέσα μου οποιαδήποτε αμφιβολία και αρνητική σκέψη . Έπρεπε να βρω λόγους να τερματίσω και όχι το αντίθετο.

Ξεκινούσαμε με -15C και ξέραμε καλά πως πρέπει να προφυλάξουμε και να κρατήσουμε το σώμας μας ζεστό και ενυδατωμένο από την αρχή του αγώνα καθώς κάθε λάθος απόφαση λειτουργεί συσσωρευτικά σε τέτοιους αγώνες και συνθήκες . Τα πρώτα χιλιόμετρα δοκιμάζαμε τον εξοπλισμό και την τροφοδοσία μας ώστε να ηταν πρακτικά προσβάσιμα καί τα δύο. Φτάνοντας στο 25ο χιλιόμετρο βρεθήκαμε αντιμέτωποι με απάτητο κατηφορικό χιόνι που έφτανε ως το γόνατο με αποτέλεσμα το έλκηθρο να ερχεται από πίσω και να μας σπρώχνει κανοντας την προσπάθεια μας ακόμη δυσκολότερη. Καλύψαμε 1 χιλιόμετρο σε 1 ώρα σχεδόν. Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό και πόση μεγάλη χαρά έκανα όταν έβλεπα το τοπίο κάτασπρο. Αυτή τη στιγμή όμως τα συναισθήματά μου ήταν μπερδεμένα. Τελειώνοντας αυτό το κομμάτι καταλάβαμε πολύ γρήγορα την σοβαρότητα της κατάστασης και του εγχειρήματος . Μοναδικό ”φάρμακο” ήταν τα εξαιρετικής ομορφιάς τοπίας που τα είχαμε δει μόνο μέσα από ντοκιμαντέρ.

Το σύρσιμο του έλκηθρου το οποίο ήταν δεμένο από την μέση μας προκαλούσε λόγω της έντονης αντίστασης οξύ πόνο στην μέση και στα ισχύα . Ήταν ξεκάθαρο πως τον αγώνα δε τον τελειώνουν αθλητές με καλή φυσική κατάσταση αλλά άτομα που μπορούν να αντέξουν μία τέτοια δοκιμασία . Εγώ δεν ανήκα σίγουρα στην πρώτη κατηγορία αλλά ήλπιζα να ανήκω στην δεύτερη. Νιώθαμε να κάναμε βήματα χωρίς πρόοδο. Έσκυβα και κοιτούσα το χιόνι προσπαθώντας να διαχειριστώ την στασιμότητά μας . ”Ένα βήμα την φορά . Και μετά ακόμη ένα . Πρέπει να βάζω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο. Τίποτα παραπάνω , τίποτα λιγότερο” , ψυθίριζα στον εαυτό μου συχνά. Η ώρα ήταν περίπου 17:00 . Τον θολό ήλιο της περιοχής τον διαδέχθηκε το αρκτικό σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που κρύβει μέσα του ομορφιά και κινδύνους , πίστη και αμφιβολίες.Η θερμοκρασία έπεσε απότομα και συχνά ένιωθες μουδιασμένα τα χείλη και τα μούσια να έχουν κρυσταλοποιηθεί . Ένιωθες το βαθύ σκοτάδι να σε καταπίνει και να σε αποπροσανατολίζει. Ονειροβατούσες πάνω σε ένα λευκό αχανές τοπίο χωρίς την αίσθηση του χώρου. Και το μόνο που σου έδειχνε πως όλο αυτό δεν είναι αποκύημα της φαντασίας σου ήταν η ταλαιπωρία που ένιωθες σε κάθε κύταρρο του σώματός σου καθώς σου φανέρωνε την ανθρώπινη αδυναμία μας . Ανοίξαμε τους φακούς μας και από μακρία φαινόμασταν σαν αδύναμες και αργοκίνητες πιγολαμπίδες . Το μόνο που άκουγες ήταν ο ήχος από τα βήματα που πατούσαν στο φρέσκο χίονι. Την μονοτονία αυτή την έσπαγε καμιά φορά κάποιος αναστεναγμός απόρροιας της κούρασης. Φτάνοντας στην περιοχή του Kuasilampi , περίπου στις 12 το βράδυ τα πρώτα σημάδια υπνηλίας έιχαν κάνει την εμφανισή τους . Υπενθύμιζα συχνά στον εαυτό μου πως έχω βρεθεί σε παρόμοιες καταστάσεις και πως όπως όλα κάποτε τελειώνουν .Αρκεί να υπομείνεις.  Ήξερα πως η υπνηλία κάποια στιγμη θα φύγει αλλά δεν ήξερα το πότε. Σκεφτόμουν πως είχα μπροστά μου ακόμη 24 ώρες αγώνα χωρίς κάποια ξεκούραση και πως ήταν ακόμη πολύ νωρίς για παράπονα. Σε μία κατάσταση μέθης κάθε βήμα φάνταζε νίκη.

Πίσω στο έλκηθρο κουβαλούσαμε τα ζεστά sleeping bag μας τα οποία θα χρησιμοποιούσαμε σε περίπτωση εγκατάλειψης ή ακραίων καιρικών συνθηκών . Είπα στον Χρόνη πως χρειάζομαι ύπνο επιγόντως καθώς κοιμήθηκα την ώρα που περπατούσα εν κινήσει. Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται για κάποια δευτερόλεπτα σε ανθρώπους με ηψηλά επίπεδα κούρασης . Ξύπνησα απότομα καθώς σκόνταψα σε ένα κομμάτι πάγου που προεξείχε. Ο φίλος μου ήταν κατηγορηματικός στο να κοιμηθούμε . Ξέραμε πολύ καλά και οι δύο πως αν ξαπλώναμε δε θα σηκωνόμασταν ποτέ για να συνεχίσουμε τον αγώνα . Ένιωθα σαν τον Οδυσσέα που τον καλούν οι Σειρήνες . Μόνο που κανείς μας δεν ήταν δεμένος στο κατάρτι για να αποφύγει τον πειρασμό. Προσπαθούσα να δω καθαρά πίσω από τις επιταγές που μου όριζε το σώμα μου. Ήταν ξεκάθαρο πως πρέπει να συνεχίσουμε να προχωράμε ακόμη και αν αυτό γινόταν εξαιρετικά αργά. Ξαφνικά παρατηρήσαμε ένα πράσσινο φωτεινό φως να ξεπροβάλει ανάμεσα από τα δέντρα στον αρκτικό ουρανό. Ήταν το Βόρειο Σέλας που χόρευε σαν ουράνιο πνεύμα ανάμεσα από τον αστερισμό της Κασιόπης και πάνω από τα κεφάλια μας . Όταν όλα φάνταζαν δύσκολα η φύση βρήκε τον τρόπο της να μας αγκαλιάσει. Χανόταν και ερχόταν σε κλάσματα του δευτερολέπτου πιο φωτεινό . Στους θρυλους των Εσκιμώων το Βόρειο Σέλας ερμηνευόταν σαν τις ψυχές των προγόνων τους που έψαχναν και πάλι μια μορφή επικοινωνίας με τους δικούς τους ανθρώπους στην γη. Το μυαλό μου μούδιασε προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει το που βρισκόμουν και το τι έβλεπα . Κάθε κουραση που υπήρχε απλώς χάθηκε και αμεσως πηρα τηλεφωνο τον Μπάμπη και τον Γιώργο για να μοιραστούμε την στιγμή . Μόνο που οι ίδιοι ήταν πολύ μακριά και δεν έβλεπαν τον καθαρό και γυμνό ουρανό όπως εμείς . Ήξερα πόσο ήθελα να το δουνε . Να το δουμε όλοι μαζί.

Το Βόρειο Σέλας χάθηκε από το πρώτο φώς της μέρας παίρνωντας μαζί του την κούραση και την υπνηλία που νιώθαμε. Σύντομα και μετά από 3 ώρες αυτή την εφορία την διαδέχθηκαν οι στομαχικές διαταραχές . Γονάτισα και άρχισα να κάνω εμετό . Έπρεπε όμως να σηκωθώ γρήγορα καθώς γνώριζα πως σε τέτοιες θερμοκρασίες η παραμικρή στάση ισοδυναμεί με υποθερμία και κρυοπαγήματα. Και είχα δώσει υπόσχεση στην οικογένεια μου πως θα γυρίσω πίσω σώος. Ο Χρόνης ψυθιριζε κατι στον ευατό του υποθέτω. Περνούσε τον δικό του Γολγοθά. Έκλεισα τα μάτια και σκέφτηκα όλες εκεινες τις συζητήσεις που κάναμε στο τζάκι του σπιτιού μου με την οικογένεια μου και τους φίλους πριν το ταξίδι . Μου υπενθύμισα πόσο πραγματικά ήθελα αυτόν τον αγώνα . Σκέφτηκα όλα εκείνα τα μηνύματα αγάπης που πήραμε τον τελευταίο καιρό. Σκέφτηκα αυτούς που με πίστεψαν. Και αυτούς που ήθελαν να αποτύχω. Αλλά ποιος νοιάζεται για την δευτερη κατηγορία όταν έχεις μαζί σου αυτούς που σε πιστεύουν ; Σηκώθηκα , ανοίγωντας τα μάτια μου και ρίχνοντας ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπό μου. Έμεναν ακόμη 60 χιλιόμετρα. Αποφάσισα να αφιερώνω κάθε ένα χιλιόμετρο από τα 60 σε κάποιο πρόσωπο. Το πρώτο ήταν αφιερωμένο στον αδερφό μου.

 

Ξημερώνοντας συναντούσαμε συχνά τον Γιώργο, τον Μπάμπη και τα υπόλοιπα παιδια . Κάθε φορά που τους βλέπαμε τους εναποθέταμε την κουρασή μας και μας τροφοδοτούσαν με κουράγιο . Πολλές φορές τους έβλεπα από μακριά και ασυναίσθητα δάκρυζα. Ένα ρητό λέει : κάνε φιλίες φταγμένες από πόνο και ποτέ δε θα είσαι μόνος . Εν μέρει ισχύει . Μόνο που εδώ πόνος και ευτυχία έδενα με αρμονία. Μετά από 25 ώρες βρισκόμασταν στην παγωμένη λίμνη του Novajarvi , στης οποίας τις όχθες βρισκόταν το σπίτι που μέναμε. ” Άραγε σε πόσες ώρες θα είμαστε μέσα του και μπροστά από το τζάκι ;” Γρήγορα έδιωξα τέτοιες σκέψεις και προχώρησα . Φτάσαμε στο 135ο χιλιόμετρο . Όλα άρχισαν να γίνονται δυσκολότερα. Η ιδέα πως φτάναμε στο τέλος με αποσυντόνισε και αγνόησα να φάω και να ενυδατωθώ με αποτέλεσμα να ζαλιστώ και να πέσω στον τελευταίο σταθμό ρίχνοντας το έλκηθρο μέσα στην φωτιά των εκεί εθελοντών. Δε θα άφηνα τον εαυτό μου να εγκαταλείψει εκεί. Ακόμη και αν αυτό σήμαινε να φτάσω στο τέλος με τα χέρια. Κατανάλωσα γρήγορα κάποιους κύβους ζάχαρης και γρήγορα επανήλθα. Βγήκαμε στον παγωμένο ποταμό που οδηγούσε στον τερματισμό 10 χιλιόμετρα μακριά μας. Κάθε παιχνίδι υπεραπόστασης είναι και ένα παιχνίδι νόησης. Ένα προσωπικό αίνιγμα που αναζητά απάντηση από εσένα και μόνο. Η προσέγγισή μου απέναντι σε αυτές τις αποστάσεις δεν είναι αθλητική καθώς δε με θεωρώ αθλητή . Έμαθα να νιώθω ελεύθερος τρέχοντας . Έμαθα πως αν τρέχεις στη γη μαζί με την γη , μπορείς να τρέχεις για πάντα ( Scott Jurek). Ένας τέτοιος ”αγώνας” είναι μία μικρογραφία της ίδιας της ζωής.

Πολλά πράγματα που σχεδίασες δε θα σου πάνε όπως τα θες αλλά πρέπει να βρεις τρόπο και να φτάσεις στο τέλος. Αρκεί να τολμήσεις. O τερματισμός μας ήρθε μετά από 39 ώρες και 35 λεπτά . Και ο τερματισμός μας δεν ήταν η η νίκη του ανθρώπου απέναντι στην φύση καθώς ποτέ δε νικιέται αλλά ούτε κατακτίεται. Ήταν μια ”νίκη” του ανθρώπου απέναντι στον ίδιο τον άνθρωπο, στις αμφιβολίες και τους φόβους του. ”Τις περισσότερες φορές τα πιο όμορφα ταξιδια δε γίνονται από το έδαφος στην κορυφή, ούτε από την Δύση στην Ανατολή . Αλλά από την καρδιά στο μυαλό. Και ανάμεσα σε αυτά ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας” . Για ακόμη μια φορά κατάλαβα πως το ταξιδι δε το κανει μοναδικό το μέρος ή η επίτευξη του στόχου απαραίτητα αλλά οι άνθρωποι. Αυτοί είναι που ομορφαίνουν τα πάντα .
Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην οικογενεια του JOIN JUICE BARS , στον Γιώργο Λέντζα , τον Μπάμπη Γκιριτζιώτη αλλά και τα υπόλοιπα παιδιά (Ορφέας Καλαφάτης, Σεββαστοπουλος Γιάννης, Δημήτριος Δρόσσος-Canon Greece, Γιάννη Οφάκογλου και την ομάδα του RISTART) που μας ακολούθησαν με τον Χρόνη Μυλωνά , ξαγρύπνισαν αλλα κυρίως πίστεψαν πως θα τα καταφέρουμε. Επίσης ενα μεγάλο ευχαριστώ στην οικογένεια μου που παραμένει σιωπηλός βοηθός σε ότι σκεφτώ και κάνω.

 

instagram
twitter
linkedin
facebook
youtube